Το "πιστεύω" μας

Το «πιστεύω» μας, δηλαδή ο καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας μας, είναι απλούστατα η Αγία Γραφή. Όπως και σε όλες τις μεταρρυθμισμένες Ευαγγελικές Εκκλησίες, η Αγία Γραφή αποτελεί την μόνη πηγή αλήθειας και το μόνο αδιαμφισβήτητο στοιχείο για την πίστη μας. Στο σημείο μάλιστα αυτό βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά της Ευαγγελικής Εκκλησίας σε σχέση με την Ορθόδοξη και την Καθολική. Οι δύο τελευταίες αποδέχονται ως βάση της πίστεως τους, τόσο την Αγία Γραφή, όσο και την ιερά παράδοση. Στην δική μας περίπτωση, αντίθετα, μόνο η Αγία Γραφή γίνεται αποδεκτή. Οτιδήποτε έχει προσθέσει στο κύλισμα των αιώνων η παράδοση εξετάζεται κάτω από το φως της Αγίας Γραφής και γίνεται αποδεκτό αν συμφωνεί με το περιεχόμενο της, ενώ απορρίπτεται αν προσκρούει σε κείνο.

Υπάρχει μάλιστα στην Ευαγγελική Εκκλησία και μια βασική παραδοχή, που αποτελεί αξίωμα. Αποδεχόμαστε, δηλαδή, ότι η Βίβλος είναι «θεόπνευστη». Αυτό σημαίνει ότι γράφτηκε από ανθρώπους, που όμως τους ενέπνεε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, ώστε όλα εκείνα που έγραψαν να είναι αλάθητα, σωστά και απολύτως διαφωτιστικά. Απ’ αυτή την άποψη μάλιστα, η Ευαγγελική Εκκλησία αποδέχεται την Αγία Γραφή ως μοναδικό Βιβλίο, που τοποθετείται σε θέση τελείως ασύγκριτη προς οποιοδήποτε άλλο βιβλίο ή οποιαδήποτε άλλη πηγή γνώσεως. Η θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, ακόμη απ’ τα χρόνια των μεγάλων μεταρρυθμιστών, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της Ευαγγελικής πίστεως.

Αν το πράγμα αυτό θέλαμε να το δούμε λίγο πιο απλά, θα λέγαμε ότι σε μια ίσως και υπεραπλουστευμένη διατύπωση, το κίνημα του Λουθήρου και των συνεργατών του δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η προσπάθεια να επανέλθει η Εκκλησία του Χριστού στον πρώτο αιώνα, απορρίπτοντας όλες εκείνες τις συνήθειες, τις πρακτικές και τις διδασκαλίες που είχαν προσθέσει οι δεκαπέντε αιώνες που είχαν μεσολαβήσει. Μ’ άλλα λόγια, το σύνθημα ήταν «ας πετάξουμε ότι πρόσθεσε το κύλισμα του χρόνου και ας ξαναγυρίσουμε στην Εκκλησία του Χριστού των Πράξεων των Αποστόλων».

Με βάση αυτή τη νοοτροπία, είναι αυτονόητο ότι η Ευαγγελική εκκλησία δεν αποδέχεται την προσκύνηση των εικόνων, δεν διδάσκει την προσευχή προς τους αγίους, δεν αποδέχεται τις ποικίλες πρακτικές που προστέθηκαν στο κύλισμα του χρόνου, δεν έχει μεγάλη σχέση με τις εικαστικές τέχνες, ενώ αντίθετα έχει σημαντική σχέση με την μουσική, που είναι προφανές ότι αποτέλεσε στοιχείο της λατρείας του Θεού ακόμη απ’ τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης.

Ας σημειωθεί επιπρόσθετα ότι η Ευαγγελική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης δεν έχει Λειτουργούς πλήρους απασχολήσεως, ενώ έχει «Ποιμένες» που ασκούν και βιοποριστικό επάγγελμα. Οι λατρευτικές συνάξεις παρέχουν στους πιστούς την ευκαιρία να προσευχηθούν, να υμνήσουν το πρόσωπο του Λυτρωτή τους, να συμμετάσχουν στην τέλεση της Θείας Κοινωνίας και να ακούσουν κάποιο κήρυγμα, που βασίζεται αποκλειστικά στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής. Είναι αυτονόητο ότι οι ερμηνείες που δίδονται στα διάφορα Βιβλικά χωρία μπορεί να διαφέρουν, όμως μόνο ο Λόγος του Θεού βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, της φροντίδας και της προσοχής των πιστών.

Τέλος, θα πρέπει να προστεθεί ότι η Ευαγγελική Εκκλησία έχει απλοποιήσει σημαντικά τις διάφορες Χριστιανικές γιορτές. Συμμετέχει ολόψυχα στην γιορτή των Χριστουγέννων μαζί με όλους τους Χριστιανούς του κόσμου, συμμετέχει ακόμη και στη γιορτή του Πάσχα, αποδεχόμενη μάλιστα την χρονολογική τοποθέτηση του Πάσχα ανάλογα προς την χώρα στην οποία βρίσκεται η Ευαγγελική Εκκλησία. Δηλαδή, στις χώρες όπου η Καθολική Εκκλησία επικρατεί, το Πάσχα γιορτάζεται μαζί με τους Καθολικούς. Στις χώρες όπου η Ορθοδοξία επικρατεί, το Πάσχα γιορτάζεται μαζί με τους Ορθοδόξους. Η ιδιοτυπία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η Ευαγγελική Εκκλησία πιστεύει ότι έχει πολύ μικρή σημασία ο τύπος και η λεπτομέρεια, ενώ έχει πολύ μεγάλη σημασία το Πνεύμα και η αλήθεια. Όπως δίδαξε και ο Κύριος Ιησούς Χριστός ότι «ο Θεός είναι πνεύμα και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να Τον προσκυνούν». 

Πίσω στην Αρχική