“εν τω κόσμω”... νικητές!

Λένε πως παρότι η ανθρωπότητα έχει περάσει πολλές δύσκολες στιγμές, ποτέ δεν αντιμετώπισε τόσο μεγάλα αδιέξοδα όσο στις μέρες μας. Λένε ακόμη πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το τέλος είναι κοντά… και δεν θα είναι χαρούμενο!

Κι ο Θεός; Τι ζητάει από τους δικούς Του μέσα σε έναν τόσο ταραγμένο κόσμο; Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, να μείνουμε μέσα σ’ αυτόν, να τον διαποτίσουμε, να τον επηρεάσουμε.

Όχι γιατί έχουμε ένα είδος ανοσίας αλλά γιατί πολύ απλά μέσα σε όλες αυτές τις προκλήσεις και τα αδιέξοδα με τη δική Του δύναμη είμαστε ΝΙΚΗΤΕΣ!

Γιάννης Κατσάρκας
για το 41ο Ανοιξιάτικο Συνέδριο

05/03/2017

Η Παραδοσιακή Ευαγγελική Μουσική και Υμνολογία

Στην προσπάθειά μας να διερευνήσουμε τις ιστορικές πηγές των ύμνων της Ευαγγελικής Εκκλησίας στην Ελλάδα από την ίδρυσή της, αντιμετωπίσαμε δύο δυσκολίες. Δεν βρήκαμε καμία συστηματική καταγραφή των παλαιών ύμνων, εκτός από κάποια υμνολόγια και αυτά ελλιπή - χωρίς πολλά στοιχεία για την προέλευση των ύμνων, ενώ διαπιστώσαμε και την έλλειψη κάποιας μέριμνας για τη διατήρηση των παλαιών ύμνων, σε όποια μορφή αυτοί έχουν διασωθεί.

Έτσι ο δρόμος που ακολουθήσαμε για την παρουσίαση των απαραίτητων πληροφοριών του παρόντος άρθρου είναι η επιτόπια έρευνα με την ταυτόχρονη καταγραφή μέσω μαρτυριών και συνεντεύξεων1. Σίγουρα όμως δεν είναι αρκετές να περιγράψουν όλες τις πληροφορίες γι αυτό αφήνουμε την πληρέστερη καταγραφή σε επόμενη έρευνά μας.

Η Ευαγγελική Εκκλησία στην Ελλάδα γιόρτασε τα 150 χρόνια της.  Απαιτείται λοιπόν να συστηματοποιήσουμε τις περιόδους που αντιστοιχούν στα διάφορα “υμνολογικά κινήματα”.  Ο διαχωρισμός γίνεται για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τις διαφορές τους και να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή τους, πράγμα σημαντικό καθώς στην Ευαγγελική Εκκλησία, δυστυχώς ή ευτυχώς, τα πράγματα συνεχώς αλλάζουν, δεν γνωρίζω να συμβαίνει κάτι αντίστοιχο στη θεολογία μας.

Εάν λίγο διερευνήσουμε τον τρόπο που οι “άλλοι” μας περιγράφουν, διαπιστώνουμε με έκπληξη πως πράγματι δεν έχουμε κάνει καμία προσπάθεια να πείσουμε τι και πώς ακριβώς ψάλλουμε2. Το ίδιο ισχύει και σε πολλά πράγματα στις εκκλησίες μας.  Ένα τόσο σημαντικό θέμα, όπως αυτό της υμνολογίας, δεν έχουμε καταφέρει να αποτυπωθεί στη συνείδηση τη δική μας με την περιγραφή που αρμόζει στη μεγάλη υμνολογική μας παράδοση.  Έχω ακούσει αντιφατικές απόψεις από πολλούς πιστούς. Άλλος περιγράφει την Ευαγγελική Εκκλησία ως κέντρο λατρείας και εννοεί πως πρέπει να ψάλλουμε ό,τι μας αρέσει “τώρα”. Άλλος χρησιμοποιεί και στοιχεία της παράδοσής μας από την εποχή της μεταρρύθμισης και επιμένει στα κοράλ (χορικά) και τέλος η άποψη ότι δεν πειράζει, μπορούμε να έχουμε ό,τι μουσική θέλουμε, αποτελεί το πιο ανησυχητικό γεγονός στην πορεία της υμνολογίας μας. Μήπως όμως αυτό τελικά μας οδηγεί σε μια ανεξέλεγκτη χρήση των πάντων στη μουσική Τέχνη και δίνει την εντύπωση, αφού η μουσική στην εκκλησία μας έχει σημαντικό ρόλο, ότι μπορούμε να κάνουμε το ίδιο παντού; Το πρόβλημα δεν είναι ότι αποτυπώνονται πολλές και ποικίλες απόψεις, αυτό είναι θεμιτό και, αν θέλετε, “παραδοσιακό” στην Ευαγγελική Εκκλησία, αλλά αυτές οι απόψεις ενσωματώνονται αβίαστα στην εκκλησιαστική ζωή, τις περισσότερες φορές χωρίς να γίνονται κατανοητές ή να τις τις επεξεργαζόμαστε  θεολογικά αλλά και κοινωνικά.

Αυτό βέβαια συμβαίνει τώρα. Δεν ήταν πάντοτε έτσι η κατάσταση και οριοθετούμε πως από τη δεκαετία ‘80 και μετέπειτα πράγματι συντελείται μεγάλη αλλαγή που δυστυχώς δεν είναι στα όρια του δικού μας άρθρου να την περιγράψουμε. Θα επανέλθουμε όμως στο θέμα αυτό στο τέλος αφού περιγράψουμε λίγο την ιστορία.

Τα πρώτα βήματα

Από την αρχή της ύπαρξής της η ευαγγελική εκκλησία διαφοροποιήθηκε από τα υπόλοιπα δόγματα όταν ο Μαρτίνος Λούθηρος3 διετύπωσε πολύ απλά το ερώτημα, “γιατί ο διάβολος να έχει όλη την καλή μουσική”. Να διευκρινίσουμε όμως, δεν εννοούσε τη μουσική αυτή καθαυτή αλλά τους στίχους που εξέφραζαν τα κοσμικά μηνύματα της εποχής του.  Η μουσική από μόνη της δεν υπήρχε ως οντότητα μέχρι τις αρχές του διαφωτισμού4. Μέχρι τότε η μουσική συνδεόταν απαραίτητα με το λόγο ή τον χορό ή το θέατρο, δεν εξέφραζε από μόνη της μηνύματα.  Έτσι ο ίδιος ο Λούθηρος, που έπαιζε και λαούτο, συνέθετε μελωδίες αλλά και κατά τη συνήθη πρακτική πάντων, της εποχής εκείνης, άκουγε και ενσωμάτωνε μελωδίες της αγοράς και του δρόμου σε ύμνους του, προσδίδοντας έτσι στη νέα υμνολογία της εκκλησίας έναν πιο λαϊκό ήχο.  Όχι όμως με σκοπό να εκλαϊκεύσει την ήδη υπάρχουσα υμνολογία αλλά να την εμπλουτίσει και να τη φέρει δίπλα στα μουσικά αριστουργήματα της εκκλησιαστικής μουσικής, για να μεταφέρει το ευαγγέλιο στον απλό λαό.  Το ίδιο δηλαδή που έκανε με τη μετάφραση της βίβλου.  Από τότε άρχισε να αναπτύσσεται ένα νέο είδος πιο κατανοητής υμνολογίας στην Ευαγγελική Εκκλησία5. Η μεγάλη διαφορά βέβαια με σήμερα είναι ότι τότε η μορφή αυτή ύμνων, δηλαδή το κοράλ, ώθησε την υμνωδία σε νέους δρόμους και στη συνέχεια τελειοποιήθηκε από τον J.S.Bach. Αντίθετα, η Ορθοδοξία διατήρησε την ίδια παραδοσιακή υμνολογία, με ελάχιστες μεταβολές και προσθήκες, που αφενός έγιναν πάλι σε συγκεκριμένο μουσικό και λογοτεχνικό πλαίσιο και αφετέρου δεν επέτρεψαν εισχωρήσεις “κοσμικών μουσικών”.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς που αποτελούν μίξη κοσμικού και θρησκευτικού άσματος6. Αν και βρίσκεται στις παρυφές της βυζαντινής υμνολογίας εντούτοις αποτελεί σημάδι μουσικής επιμιξίας.

Η πορεία της υμνολογίας είναι γνωστή αλλά αυτό που ενδιαφέρει εμάς, ως Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, είναι το γεγονός ότι στην αρχή της ιδρύσεώς της, η υμνολογία που ενσωματώθηκε στη λατρεία ήταν αυτό που κυριαρχούσε τότε στην Ευρώπη και κυρίως στην Αγγλία.



Στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, παλαιοί ύμνοι

Χρησιμοποιούμε την παραπάνω έκφραση διότι στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε ακόμη ελληνισμός στη Μικρά Ασία και Πόντο.  Η Ευαγγελική Εκκλησία οργανώνεται στη χώρα μας το 1858 και αργότερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία το 1833 απέκτησε την ανεξαρτησία της και μόλις το 1850 απέκτησε την αναγνώρισή της από το οικουμενικό Πατριαρχείο. Σήμερα η νεότερη ιστορία του ελληνικού έθνους διαγράφει 200 χρόνια ελευθερίας άρα στο νεώτερο ελληνικό κράτος έχουν περίπου την ίδια “ηλικία”. Αναφέρουμε όλα τα στοιχεία για να αναδείξουμε την οργάνωση μια μεγάλης κοινότητας πιστών χριστιανών που όφειλαν να λειτουργήσουν μόνοι τους και να ακολουθήσουν κανόνες θρησκευτικής αλλά και κοινωνικής ζωής, μετά από μακρά περίοδο οθωμανικής κατοχής.  Έτσι, η μεν Ορθόδοξη Εκκλησία έχει το ιστορικό παρελθόν της βυζαντινής υμνολογίας, η δε Ευαγγελική Εκκλησία δεν έχει υμνολογικό παρελθόν στον ελλαδικό χώρο.  Μέσα λοιπόν σε όλες τις δραστηριότητές της έπρεπε να έχει και Ελληνική Ευαγγελική υμνολογία.  Η δυνατότητα όμως αυτή ήταν μάλλον πολυτέλεια για την εποχή εκείνη.  Έτσι χρησιμοποιήθηκε η μουσική ξένων ύμνων, κυρίως Αγγλικών και Αμερικανικών, μιας και οι πρωτεργάτες της τότε εκκλησίας ήταν αμερικανοί φιλέλληνες, σημαντικότερος ο Jonas King7, που εργάστηκαν στην τότε ελεύθερη Ελλάδα αλλά και τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Μαζί και Άγγλοι φιλέλληνες ιεραπόστολοι, οι οποίοι έφεραν μελωδίες από τις χώρες τους.  Η ενσωμάτωση αυτών των ύμνων απαιτούσε τη μετάφρασή τους και αυτήν την αναλαμβάνουν οι έλληνες ποιμένες όπως οι Μ. & Δ. Καλαποθάκης και πολύ αργότερα ο Μεταλληνός.  Αρκετοί ύμνοι έχουν μεταφραστεί πιστά, άλλοι όμως κατά προσέγγισιν στο αρχικό μήνυμά τους.  Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν κοντά στο ιδίωμα που ο Βάμβας ακολούθησε για τη μετάφραση της Αγίας Γραφής. Σημαντική η μεταφραστική δραστηριότητα του ελληνοαμερικανού Ηλία Ρήγα ή Elias Riggs8. Έλληνες συνθέτες δεν καταγράφονται, μία εξαίρεση ο Πολύκαρπος Λογγινίδης. Όμως προς τα τέλη του 19ου αιώνα και μετέπειτα, ο Ιωάννης Θεόφραστος Σακελαρίδης (1853-1938, πατέρας του γνωστού συνθέτη οπερέτας) εισέρευσε στην εκκλησία συνθέσεις του, επηρεασμένες από την παράδοση των Επτανήσων.  Οι ψαλμοί του είχαν μεγάλη απήχηση στους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που όμως τους απέβαλε σε μετέπειτα χρόνο λόγω υποχρεωτικής επικράτησης της βυζαντινής υμνολογίας, αλλά αυτοί επηρέασαν και την Ευαγγελική Εκκλησία.  Ύμνοι του περιελήφθησαν στο “υμνολόγιο Καλαποθάκη” ενώ ίχνη μελωδιών του μπορούμε να διακρίνουμε στον ύμνο “Ω, συνέντευξις αγία” που ο Μεταλληνός αργότερα έφερε στην εκκλησία, ως γνήσιος επτανήσιος.

Η νεότερη εποχή των “νέων μέσων”

Μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, συγκεκριμένα μετά τη δεκαετία ΄50, η διάδοση των νέων μέσων επικοινωνίας, κυρίως των ηλεκτρονικών αλλά και έντυπων, αλλάζει το τοπίο διάδοσης των ύμνων.  Η ίδρυση της Ευαγγελικής Δισκοθήκης το 1958, η έκδοση υμνολογίου του Ζαζάνη, η ανάληψη πρωτοβουλιών από επαγγελματίες μουσικούς όπως ο Ανδρέας Καρμπόνε, η έκδοση του υμνολογίου “Ωδές πιστών” του Δαμασκηνίδη, η είσοδος στην εκκλησία καταξιωμένων συνθετών της εποχής όπως του Ιωσήφ Ριτσιάρδη αλλά και πολλών στιχουργών προσδίδει ένα νέο κύμα αλλαγών στην υμνολογία της εκκλησίας. Η δραστηριοποίηση των νέων στις κατασκηνώσεις δημιουργεί την ανάγκη για υμνολογία και εκτός εκκλησίας, σε συναναστροφές, σε συνευρέσεις και εκδρομές.  Η νεολαία έχει ανάγκη να ψάλλει και εκτός εκκλησίας ύμνους που δεν είναι αυστηροί και δυσνόητοι στιχουργικά και έτσι εμφανίζονται ύμνοι στη δημοτική γλώσσα, με πιο “χαλαρή” μουσική φόρμα, όπως ο ρυθμός του βάλς κ.ά.  Ύμνοι που εμπεριέχουν ρυθμική νεανικότητα όπως ένα κατασκηνωτικό μάρς ή ένα anthem (ανθέμιο) που εμπνέει περισσότερο το νεανικό συναίσθημα.  Για να συνειδητοποιήσουμε την αλλαγή σας μεταφέρω τη μαρτυρία : “…ήταν πολύ όμορφα να ξυπνάς το πρωί της Κυριακής και να ακούς στο γραμμόφωνο το σαρανταπεντάρι, με τη μουσική του ύμνου Πόσον μέγα εν Σοι φίλον, τραγουδισμένη από ανδρικό κουαρτέτο φωνών” κ.ά.  Η δημιουργία αρκετών χορωδιακών ομάδων ακόμη και μαντολινάτων, όπως αυτή στη Νίκαια, δημιουργεί την ανάγκη επεξεργασμένων μουσικών ύμνων που προσέδωσαν μια αναγέννηση στην υμνολογία και ακολούθησαν τις ανάγκες της εποχής.  Αυτό κορυφώνεται στη δεκαετία ΄80 που αρχίζει να παρατηρείται η επίσημη και οργανωμένη επισκεψιμότητα ξένων χορωδιακών συγκροτημάτων όπως οι Louminers, οι Continentals που μαζί με τα δικά μας, όπως το LP “Αφιέρωμα ΄78” της χορωδίας της Ελεύθερης Ε.Ε. Θεσσαλονίκης και οι Λυτρωμένοι της Αθήνας αλλά και ποπ συγκροτημάτων όπως οι Anno Domini κ.ά. δίνοντας τη σκυτάλη σε εμάς του νεότερους όπως οι Πάροικοι κ.ά., άλλαξαν τις ανάγκες της εκκλησίας στο υμνητικό πεδίο.  Εδώ κλείνει και η δική μας ιστορική καταγραφή, σε αυτή τη δεύτερη υμνολογική περίοδο, από το 1950 περίπου, μέχρι τη δεκαετία του 1980.

Οι δύο εποχές υμνολογίας και η επενέργειά τους στην Εκκλησία

Η πρώτη, από ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, οριοθετείται από την πρώτη έκδοση υμνολογίου9 της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας το 1937 και η δεύτερη, περίοδος των αλλαγών μέχρι τη δεκαετία ΄80, τότε που άρχισαν να εκδίδονται LP΄s από ελληνικά μουσικά συγκροτήματα, αποτελούν τις δύο υμνολογικές περιόδους. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία δεν εκδίδει άλλο υμνολόγιο μέχρι το 1995. Το επίσης αξιομνημόνευτο είναι ότι σε αυτό ενσωματώνεται μόνο από ένας ύμνος ελλήνων δημιουργών, του Π. Λογγινίδη, του Λ. Αγαπητού και του Κώστα Νικολάου. Ένας μόνο από κάθε υμνολογική περίοδο. Καταδεικνύεται η αμηχανία της εκκλησίας να αποδεχθεί τις αλλαγές.  Πράγματι, από τους παλαιότερους ύμνους μέχρι τους νεότερους η υμνολογία πέρασε πολλές δοκιμασίες.  Όμως οι ύμνοι οι παλαιοί μέσα στην ανεξέλεγκτη δίνη της αχαλίνωτης επέλασης της μαζικής κουλτούρας υπέστησαν πολλές άδικες απώλειες.

Οι παλαιοί ύμνοι εμπεριέχουν περισσότερη και δόκιμη θεολογία που είναι ικανή μέσα στη ροή μιας συνεύρεσης των πιστών, να συμπληρώσουν τον λόγο με νοήματα που θα τους βοηθήσουν να συγκεντρώσουν τη σκέψη τους, την καρδιά και την ψυχή τους στην ευαγγελική διδασκαλία της Αγίας Γραφής, πιο αποτελεσματικά και εύστοχα. Η χρήση του πληθυντικού “Προσδοκώμεν την πρωίαν” συντονίζει το εκκλησίασμα σε συγκεκριμένες πνευματικές ενέργειες που δίνει στους πιστούς την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια πνευματική ομάδα και όλοι έχουν την ευθύνη να είναι ενωμένοι. Ο τρόπος της μουσικής επιτέλεσης, με τη συνοδεία μόνο του αρμονίου, ως υποβοηθητικού της εκφοράς του μουσικού λόγου, ή και χωρίς αυτό, συγκεντρώνει την ανθρώπινη φωνή που ενώνεται με τους ομόψυχούς της στο νόημα του κάθε ύμνου. Έρχεσαι μόνος ή με την οικογένειά σου στην εκκλησία και εκεί όχι μόνο ακούς τον λόγο του Κυρίου “από άμβωνος” αλλά συμμετέχεις και γίνεσαι ένα, στην υμνωδία, με όλους τους αδελφούς.  Εκφέρεις τη διακήρυξη της πίστης σου συλλογικά σε “αρχές και εξουσίες του κόσμου τούτου” και νιώθεις ασφαλής στο σώμα του Χριστού ψάλλοντας “Εν Χριστώ Ιησού διαρκής Ησυχία και χαρά”.  Δεν μεσολαβεί κανείς μεταξύ εμού, της ομάδας μου και του Θεού, αναπτύσσω τη σχέση μου με τον Κύριό μου απευθείας, μόνο μέσω της εκκλησίας.

Στην εξέλιξη της υμνολογίας, στη δεύτερη περίοδο προστίθεται και ο “ρομαντισμός”, με την έννοια της ισχυρής έκφρασης των συναισθημάτων, γι΄ αυτό και αγκαλιάστηκε περισσότερο από τη νεολαία της εποχής. Εδώ, στην εκκλησία και στις συναναστροφές τις ποικίλες και παράπλευρες, αλλά και έξω από αυτήν, στις “ευαγγελιστικές” και “εποικοδομητικές” αποστολές, εμπνέεσαι από τους αδελφούς σου και ψάλλεις μαζί τους : “Είμαστε μεις οι οδοιπόροι…πάμε για  άλλη χώρα … είναι η πανένδοξη Σιών, των νέων ουρανών, η χώρα των πιστών”.  Μιλάς με λόγια απλά “τη γλώσσα της Σιών” και ο ένας εμπνέει τον άλλον δημιουργώντας ομαδική συνείδηση άμυνας και ενδυνάμωσης απέναντι στον κοινό εχθρό.  Αυτό δίνει ελπίδα, χαρά και εσύ ως μέρος της δυνατής πνευματικής ομάδας, προσελκύεις και άλλους να έρθουν μαζί σου, διακηρύττοντας την πίστη σου πιο άμεσα, πιο πρακτικά, πιο συλλογικά.  Το χορωδιακό συνταίριασμα με την ποικιλία της επεξεργασίας των φωνών και την προσθήκη μουσικών οργάνων όπως η κιθάρα, το ακορντεόν, το μαντολίνο κ.ά. δεν αποτελούν σημείο διαφορετικότητας στην ομάδα αλλά προσθήκης περισσότερων εκφραστικών μέσων στην ομάδα για να καταδείξει τα πολλά ταλέντα που ενώνονται για να υπηρετήσουν μαζί τον αμπελώνα του Κυρίου, με διαφορετικά μέσα και με τάσεις εξωστρέφειας προς την κοινωνία. Γι΄ αυτό χρησιμοποιούνται και τα νέα μέσα επικοινωνίας. Δεν φτάνει δηλαδή να ψάλλεις μόνο στην εκκλησία σου, αλλά πρέπει να επικοινωνείς και την πίστη σου με όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους. “Πες μου για τα αιώνια … για να το καταλάβω … που όσο περνούν τα χρόνια … η Αγάπη του Χριστού μας φαίνεται πιο γλυκιά”, ο πληθυντικός της πρώτης περιόδου υμνολογίας δίνει τη θέση του στον ενικό και βοηθάει τον ύμνο να γίνει πιο οικείος και να διαδοθεί στον καθένα μας και σε ακόμη περισσότερους.  Μουσικοί, χορωδοί και μαέστρος γίνονται ένα με το σώμα της εκκλησίας και επιτελούν την υμνωδία με συλλογικό πνεύμα.

Τα μιούζικαλ εμφανίζονται στην υμνολογία όπου πολλοί μαζί και αρκετοί σολίστες ψάλλουν και συλλογικά λέμε κάτι.  Δεν υπάρχει διαχωρισμός.  Αυτό αρχίζει και χάνεται στην υμνολογία της τρίτης υμνολογικής περιόδου.  Εκεί ο τραγουδιστής ξεχωρίζει, αν είναι ταλαντούχος ακόμη περισσότερο και, εφόσον πρόκειται για έναν απλό άνθρωπο σαν και εμάς, επιτρέπει στους υπολοίπους να ταυτιστούν μαζί του και ό,τι δεν καταφέρνουν όλοι, το πρεσβεύει ο ένας.  Αυτός που κρατάει το μικρόφωνο. Εκεί η στιχουργία καταργεί και την ομάδα και δίνει τη δυνατότητα στον καθένα μας, μέσω του τραγουδιστή, να απευθύνεται στον Θεό. Ο Θεός γίνεται πιο φιλικός : “Ω! Θεέ αναρωτιέμαι πώς μπορούσα εγώ να ζήσω, δίχως την αγάπη σου και τη φροντίδα σου” ή ακόμη “δεν μετράει η αξία μου… δεν μετρούν οι πράξεις μου… μόνο η Χάρη σου”.  Η θεολογία των στίχων επικεντρώνεται στη μονάδα και στη σχέση του με τον Θεό. Έχει ως μεσάζοντα τη “μουσική ομάδα” που με κατάλληλες ενορχηστρωτικές επιτεύξεις, εφόσον πρόκειται για ταλαντούχους μουσικούς, αλλά και έκταση φωνής το πολύ 6-7 φθόγγων, διατείνεται πως οδηγεί τον “καθένα” κοντά στον Θεό. Απαιτείται λοιπόν έμπρακτη μαρτυρία από τον “καθένα” (συνήθως δια της ανατάσεως των χεριών)  να αποκτήσει πνευματική οντότητα και τότε μόνο θα αποτελέσουμε εκκλησιαστική ομάδα. Διαδικασία πιο σύνθετη και πιο “αισθαντική” όπως είναι και η σύγχρονη κοινωνία.  Η μουσική φαίνεται πιο καινούργια, αλλά χωρίς τα ηλεκτρονικά μέσα στην ουσία είναι πιο “πρωτόγονη”.  Μην μπερδεύεστε, αυτό συμβαίνει και στη σύγχρονη κοσμική μουσική.

Βλέποντας την εξέλιξη της ευαγγελικής υμνολογίας διαπιστώνουμε ότι μέσα στους εκατοντάδες ύμνους που υπάρχουν στις υμνολογικές περιόδους υπάρχουν αρκετά προβλήματα που προκύπτουν από την ανεξέλεγκτη αδόκιμη χρήση των πάντων.  Κάποιος είπε ότι η εκκλησία, κάθε 10 χρόνια πρέπει να κάνει καινούργιο υμνολόγιο, σβήνοντας από τα προηγούμενα όλα τα λάθη.  Το βασικότερο όμως πρόβλημα, ότι δεν υπάρχει έλεγχος στην υμνολογία, εκθέτει το εκκλησίασμα σε επικίνδυνους συναισθηματικούς ατραπούς που τις περισσότερες φορές έρχονται και αντίθετοι στη θεολογία της.  Λύσεις υπάρχουν για να είναι όλοι ικανοποιημένοι.  Αν δε ληφθούν κατάλληλα μέτρα τότε οι ηγέτες της εκκλησίας μας θα βρεθούν στη δυσάρεστη θέση να έχουν ένα εκκλησίασμα που για να τους κατανοήσει θα πρέπει να χρησιμοποιούν κινησιολογία στη ρητορική τους παρόμοια με τα βίντεοκλιπ των τραγουδιών.  Θέλω να ευχηθώ και να παροτρύνω να επικεντρωθούμε στην ποικιλότητα όλων των μουσικών υμνωδιακών ιδιωμάτων που η ευαγγελική εκκλησία κατέκτησε, από την ίδρυσή της παγκοσμίως και να μη μας διακρίνει η μονομέρεια μόνο των τελευταίων χρόνων. Αυτό άρχισαν να πράττουν και στο εξωτερικό.  Η μονομέρεια αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της “μαζικής κουλτούρας”, της ελεγχόμενης δηλαδή καθοδήγησης του κόσμου.  Δεν διευρύνει τον ορίζοντά μας και δημιουργεί ανθρώπους που χειραγωγούνται εύκολα.  Αυτό δηλαδή που κάνουν τα σημερινά ηλεκτρονικά ΜΜΕ πλέον με μεγάλη ευκολία.  Εάν θέλουμε οι πιστοί μας να έχουν ελεύθερη από τον κόσμο σκέψη και κρίση, πρέπει να αποφύγουμε τη μονομέρεια σε πολλά πράγματα δίνοντας πολλές διαφορετικές δυνατότητες έκφρασης σε όλους.  Και οι νέοι έχουν περισσότερη ανάγκη να γνωρίζουν την ιστορία τους άσχετα αν αυτό αρέσει.  Αυτό προσδίδει σε κάθε κοινωνία  τόνο δημιουργικότητας.

Κωστής Παπάζογλου, αρχιμουσικός, πολιτισμικός ανθρωπολόγος

(από το περιοδικό “Αστήρ της Ανατολής” Τεύχος 4/έτος 159ο/Απρίλιος 2016)


28/01/2017

Ο Θεός όμως...

Ζεις σε τέτοιες εποχές που από τη μια σου προσφέρουν απίστευτα κι εκθαμβωτικά επιτεύγματα κι από την άλλη πολέμους, προσφυγιά, πόνο κι αβεβαιότητα. Ανάμεσα σ΄ αυτά προσπαθείς να ισορροπήσεις, αλλά αποτυγχάνεις, κρίνεις, πέφτεις και με παιχνίδια του μυαλού νερώνεις το κρασί σου.  Ότι κι αν κάνεις δε γλιτώνεις, όπου κι αν πας δε ξεφεύγεις από την αγάπη Εκείνου.

Ο Θεός όμως διαφωνεί, γνωρίζει, συγχωρεί, ανατρέπει, αλλάζει, αγαπά και μπορεί, αρκεί να Τον θέλεις πραγματικά.   Εκείνο που φτιάχνει δεν είναι για να πεθάνει, αλλά για να ζει.

Αν Τον εμπιστευτείς, μπορεί να σε κάνει έναν αδαπάνητο θησαυρό, μια αστείρευτη πηγή δημιουργικότητας, καρποφορίας κι αγάπης.

Ανέστης Πεταλίδης
για το 40ο Ανοιξιάτικο Συνέδριο

02/05/2016

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΦΑΤΝΗ

Κάποια Χριστούγεννα ένα μικρό αγόρι επισκέφθηκε τον παππού του. Τον παρακολουθούσε καθώς σκάλιζε στο ξύλο μια φάτνη. Μερικές φιγούρες από την Χριστουγεννιάτικη σκηνή ήταν ήδη έτοιμες και στεκόταν στο τραπέζι. Ύστερα από ώρα το αγόρι κουράστηκε και αποκοιμήθηκε με ακουμπισμένο το χέρι στο τραπέζι.

Μέσα στον ύπνο του οι φιγούρες ζωντάνεψαν και είδε τον εαυτό του να στέκεται ανάμεσά τους. Τους ακολουθεί σε ένα στάβλο στη Βηθλεέμ και όλοι μαζί κοιτάζουν το μωρό Ιησού.
«θα ήθελα τρία πράγματα από σένα», του λέει ο μικρός Χριστούλης.
Και το αγόρι απαντά με ενθουσιασμό: «Μπορείς να έχεις το καινούργιο μου πανωφόρι, το ηλεκτρικό μου τρενάκι, και το όμορφο βιβλίο με τις ζωγραφιές.»
«Όχι» αποκρίνεται ο Ιησούς, «αυτά δε μου χρειάζονται. Θα ήθελα κάτι πολύ διαφορετικό από σένα- την τελευταία σου άσκηση στην γλώσσα από το σχολείο» λέει ήρεμα.
Το μικρό αγόρι πανικοβάλλεται: «μα η δασκάλα έγραψε “απαράδεκτο!” ως βαθμολογία».
«Γι αυτό ακριβώς τη θέλω. Θα μου φέρεις οτιδήποτε είναι αξιολογημένο ως “απαράδεκτο”;»
«Πολύ ευχαρίστως» λέει το παιδί ευχαριστημένο.
«Επίσης θα ήθελα και την κούπα που πίνεις το κακάο σου».
«Μα μόλις την έσπασα!»
«Θα μου φέρνεις πάντα όλα όσα στη ζωή σου είναι διαλυμένα;» ρώτησε ο Ιησούς.
«Και τώρα η τρίτη μου επιθυμία είναι: να μου πεις τι απάντησες στη μητέρα σου όταν σε ρώτησε για την κούπα σου».
Τότε το αγόρι άρχισε να κλαίει με παράπονο και ανάμεσα στα αναφιλητά ψέλλισε: «Εκείνη τη φορά είπα ψέματα, πως τάχα μου γλίστρησε από τα χέρια. Η αλήθεια είναι ότι την έριξα κάτω επίτηδες».
«Ναι, θέλω πάντα να μου φέρνεις τα ψέματα, τις άσχημες αντιδράσεις σου, την κακοήθεια, όλα όσα έχεις κάνει, ώστε να σε βοηθήσω και να συγχωρήσω, να σε θεραπεύσω και να σε αλλάξω!»
Σε εκείνο το σημείο ο παιδί ξαφνικά ξύπνησε και συνειδητοποίησε γιατί ο Θεός ήρθε στη γη ως άνθρωπος και γιατί ο Χριστός γεννήθηκε ως σωτήρας: έτσι ώστε να θεραπεύσει και να αλλάξει ό,τι είναι απαράδεκτο, διαλυμένο και ψεύτικο.

Άρθρο του TUNE in
Απόδοση στα ελληνικά: Μαρίνη Πεϊκίδου

24/12/2015

Η ΑΠΟΥΣΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Τραγωδίες, σκάνδαλα, κλεψιές και μίζες. Αλληλοκατηγορίες, παραιτήσεις, απολύσεις, διορισμοί και παντελής έλλειψη πολιτικής. Τα «δικά μας» παιδιά, τα «δικά σας» παιδιά. Και τ’ άλλα παιδιά; Μοχθούν, υπάρχουν, αδικούνται. Πολλές φορές χάνονται άδικα, εξαιτίας χρόνιων πράξεων, παραλείψεων ή ανοχών των εκάστοτε κυβερνώντων. Και ξανά από την αρχή. Αυτά στην Ελλάδα. Αλλά και έξω, τα πράγματα δεν είναι πια και πολύ καλύτερα. Οι μεγάλες ισχυρές χώρες απαιτούν και πετυχαίνουν. Οι πολιτικοί πολιτικολογούν και ενίοτε δουλεύουν τους πάντες, ακόμη και τον εαυτό τους. Ο κόσμος μοχθεί, στενάζει. Χάνεται. Σκοτώνεται. Έχουμε «προληπτικά» χτυπήματα στο όνομα της ασφάλειας. Ο καθένας κάνει ό,τι νομίζει, όπως νομίζει, όπως τον συμφέρει. Κύριος στόχος και σκοπός, το χρήμα, η εξουσία και η δόξα.

Ζεις σ’ ένα κόσμο που αποφάσισε να βγάλει τον Θεό απ’ τη ζωή του. Όσοι ζουν έτσι, ζουν στη βρωμιά και στην αμαρτία. Ο θησαυρός είναι συχνά σκεπασμένος με ακαθαρσίες, χώματα και λάσπες. Όλα αυτά δεν μπορούν να του στερήσουν τελεσίδικα τη λάμψη του. Εκείνος που αποζητά την αληθινή ζωή, πιστέψτε με, θα του δοθεί. Εκείνος που εμπιστεύεται αυθεντικά τον εαυτό του στον Ιησού Χριστό, που είναι ο Δρόμος, η Αλήθεια και η Ζωή, ποτέ δε θα χαθεί, αλλά θα ζήσει πραγματικά και τώρα και πάντα.

Έχεις μέσα σου ενοχές και νιώθεις το ανικανοποίητο. Υπάρχει ακόμα, ένα παράθυρο ολάνοιχτο προς τα πάνω, που δείχνει το σταυρωμένο Ιησού Χριστό. Οι ενοχές και το ανικανοποίητο είναι το καμπανάκι που σου θυμίζει ότι μέχρι τώρα γυρεύεις να ξεδιψάσεις σε λάθος πηγές. Δε θα βρεις ησυχία αν δεν σου δοθεί εκείνο για το οποίο προορίστηκες. Μόνο μέσα από τον Χριστό, που είναι η αιτία και λόγος ύπαρξης της δημιουργίας και του ανθρώπου, μπορείς να κατανοήσεις την αμαρτία και τις ενοχές σου. Αν με μετάνοια και πίστη δεχθείς τη σωτηρία Του, τότε ζεις μια ζωή με ικανοποίηση.

Υπάρχουμε αναγκαστικά, ζούμε εφόσον το θέλουμε. Θέλεις να ζήσεις;

Με αγάπη,
Ανέστης Πεταλίδης

17/08/2015

ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Τι είναι εκείνο που φοβάσαι περισσότερο;

Τη βία, τους τρομοκράτες, τους τζιχαντιστές, τα τροχαία, τ΄ αεροπλάνα, τις αρρώστιες, τη φύση, τους άλλους, τους ξένους, τους μετανάστες, τις σχέσεις, τη φιλία, τον έρωτα, τη μοναξιά, τις ευθύνες, τις προκλήσεις, το αύριο, τους ψηλούς στόχους, την ανεργία, τον εαυτό σου, το θάνατο, τη ζωή, τον πόνο, την αλήθεια;

Από έρευνες που έγιναν και ανακοίνωσαν ειδικοί επιστήμονες, πρώτα έρχεται ο φόβος της μοναξιάς. Όλοι οι φόβοι μπερδεύονται γλυκά κι όλοι συνδέονται με υπόγειες ροές. Φόβος μοναξιάς είναι ο φόβος εαυτού. Και ο εαυτός που φοβόμαστε είναι ένας ξένος, άγνωστος εαυτός που δεν μπορούμε να αγαπήσουμε. Φοβάται ο αδύναμος, ο εγωιστής. Αυτός που δεν είναι σε σχέση με το Δημιουργό Του. Φοβάται ο μισός. Τη σιγουριά την αποχτά όποιος αντλεί τη ζωή από την αγάπη. «Ο Θεός είναι αγάπη» (Α΄ Ιωάννου 4:8). Ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην Αγάπη είναι ο Ιησούς Χριστός (Ιωάννης 14:6). «Η τέλεια αγάπη έξω διώχνει το φόβο» (Α΄ Ιωάννου 14:18).

Ανέστης Πεταλίδης

02/07/2015

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

Το σχολικό/ακαδημαϊκό έτος ξεκινά αυτές τις μέρες σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Το θέμα «παιδαγωγική» είναι πολύ σημαντικό και για τους καλλιτέχνες βέβαια. Εφόσον το TUNE IN διαβάζεται και από σπουδαστές και από καθηγητές στις Ακαδημίες μουσικής, θεάτρου και λοιπών παραστατικών τεχνών, να μερικές σκέψεις επί του θέματος.

Ξεκινώντας να καταδείξουμε ότι στις μέρες μας οι πολιτιστικές δραστηριότητες, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό υπακούν στους νόμους της αγοράς, είναι εστιασμένες στην «παρουσίαση». Τα αστέρια γεννιούνται στη σκηνή! Ναι, τα αστέρια μπορεί. Όμως οι σωστοί καλλιτέχνες γεννιούνται στα σχολεία. Αλλά ποιος προσέχει και δίνει τα εύσημα σε όλους τους δασκάλους, οι οποίοι με επιδεξιότητα, υπομονή και αυτοθυσία βελτιώνουν τα χαρίσματα των μαθητών τους;

Οι δάσκαλοι πρέπει εξίσου να χαίρουν εκτίμησης, ακόμη και όταν δεν έχουν μεγάλα ταλέντα-μαθητές να επιδείξουν! Δεν θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς να είναι αυτοσκοπός της παιδαγωγικής, η εκπαίδευση μιας ελίτ. Ο φλαουτίστας Christian Studler, καθηγητής στο Bern Music College, που δίδαξε επίσης πολλά χρόνια στο “Crescendo Summer Institute”, επαναλαμβανόμενα εγείρει το ερώτημα: «Ποια προσέγγιση μάθησης μας κρατάει κοντά στον Χριστό;» Αυτή η εμφατική ερώτηση απαντάται με το να προσεγγίζεις τον κάθε μαθητή ως μοναδικό και σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Αν και η προσέγγιση του Studler είναι η βάση όλων των καλών παιδαγωγικών σχολών, και ακόμα και αν πολλοί δάσκαλοι δουλεύουν με αυτό τον τρόπο, κάποιος αναρωτιέται: Με πόση συνέπεια υπηρετείται αυτή η προσέγγιση; Πώς μπορούν οι καθηγητές να βρίσκουν συνεχώς την ψυχική δύναμη να κολυμπούν ενάντια στο ρεύμα της ελιτίστικης σκέψης, η οποία ρέει καταπάνω τους από τους διευθυντές σχολών και από τους γονείς; Πόσο επιτυχημένη μπορεί να είναι η προσπάθεια να προστατέψουν τους (υποτιθέμενα) λιγότερο προικισμένους μαθητές, να βρουν τον εαυτό τους όταν βυθίζονται στην απογοήτευση; Και πόσο πετυχαίνουν να κρατήσουν τους σπουδαστές με μεγαλύτερες δυνατότητες μακριά από το δηλητήριο της υπεροψίας, που θα επηρεάσει αργά ή γρήγορα όχι μόνο τον χαρακτήρα τους, αλλά και την τέχνη τους; Οι Χριστιανοί γνωρίζουν πως η ψυχική δύναμη για μια προσέγγιση του τύπου «μένοντας κοντά στον Χριστό» πηγάζει μόνο από τον μεγάλο δάσκαλο. Ο ίδιος αποβάλλει όλη την υπεροψία από μέσα του λέγοντας «Αφήστε τα παιδιά να έρθουν κοντά μου» (κατά Ματθαίον κεφ.19, εδ.14). Όπως επίσης και όταν λέει ότι «Σας βεβαιώνω πως αν δεν αλλάξετε και αν δε γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία του Θεού» (κατά Ματθαίον κεφ.18, εδ.3). Ας αναλογιστούμε ότι τα παιδιά εκείνη την εποχή θεωρούνταν ως αναγκαίο κακό! Και πάνω απ΄ όλα: ο Χριστός δεν επιζητούσε την επευφημία. Υπάρχει ένα σημαντικό βιβλίο με τίτλο «ο Ιησούς ως Κήρυκας και ως Διδάσκαλος» που αναλύει την Καινή Διαθήκη (συγγραφέας ο Rainer Riesner). Ναι, ο Ιησούς υπήρξε σπουδαίος ραβίνος, και οι μαθητές του ήταν ας πούμε σπουδαστές του. Ο ίδιος κάνει τον Πέτρο που ήταν ψαράς, και είχε ισχυρή θέληση και ζήλο (ίσως και υπερβολικό ζήλο), έναν παθιασμένο ψαρά ανθρώπων. Ή αποκαλεί τον σπλαχνικό Ιωάννη γιο της μητέρας του ως αντικαταστάτη του.

Όμως γιατί ο Χριστός υποσχέθηκε στον ίδιο Πέτρο που τον απαρνήθηκε τόσο ντροπιαστικά, ότι «Και γω λέω σ’ εσένα πως εσύ είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την εκκλησία μου..» (κατά Ματθαίον κεφ.16, εδ.18); Υπήρξε αυτή η δήλωση απόλυτα ειλικρινής ή μήπως ήταν παιχνίδι με τις λέξεις (Πέτρος = πέτρα); Η ακλόνητη πίστη δεν ήταν το δυνατό σημείο του Πέτρου. Αυτό που χρησιμοποίησε εδώ ο Ιησούς ήταν η παιδαγωγική αρχή της ελπίδας. Κάθε καλός δάσκαλος βλέπει τις κρυμμένες, ανεξερεύνητες ακόμα δυνατότητες στον μαθητή. Ή μήπως πηγαίνει ακόμα πιο μακριά; Σίγουρα: ο Ιησούς δεν έλπισε απλώς ως παιδαγωγός, αλλά εμπιστεύθηκε και στη δράση του Αγίου Πνεύματος, που δύναται να ξυπνήσει αρετές σε κάθε άνθρωπο – και ακόμα να χαρίσει αρετές εκεί που δεν υπήρχαν εξαρχής. Όμως όλα αυτά τι σχέση έχουν με την ανθρώπινη διαπαιδαγώγηση; Το σίγουρο είναι ότι ο καθηγητής που προσεύχεται πριν διδάξει, και για τον κάθε μαθητή που περιμένει βοήθεια όχι μόνο από τον δάσκαλό του, αλλά εν τέλει από τον ίδιο τον Θεό, έχει μεγάλη σχέση!

Άρθρο του Beat Rink
Απόδοση στα ελληνικά: Μαρίνη Πεϊκίδου

08/04/2015

«ΦΥΓΕ, ΓΙΑΤΙ ΜΑΣ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΟΥ!..»*

Αγαπητοί μου φίλοι,

Δεν ξέρω πόσοι από μας έχουμε υπόψη μας τη συνομιλία του Χριστού με το μεγάλο ιεροεξεταστή, όπως εξιστορείται στο περίφημο μυθιστόρημα του Φιοντόρ Ντοστογέφσκυ «Αδελφοί Καραμαζώφ». Κάπου στο 16ο αιώνα, εμφανίζεται ο Χριστός σε μια πλατεία της Σεβίλης στην Ισπανία, την εποχή της ελεεινής ιεράς εξέτασης. Όπως είναι φυσικό, μια τέτοια ακτινοβόλα προσωπικότητα που ενσαρκώνει την αγάπη και τη συμπόνια, συγκεντρώνει την προσοχή και την αντίδραση του μεγάλου ιεροεξεταστή, του ανθρώπου που στο όνομα του Χριστού έχει «καθαρίσει» κόσμο και κοσμάκη. Ενοχλημένος από την παρουσία Του διατάζει να Τον συλλάβουν και να Τον κλείσουν στη φυλακή. Κι όταν πέφτει η νύχτα, Τον επισκέπτεται στο κελί Του για να Του κάνει μια ολόκληρη «διάλεξη» στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τα εγκλήματα της ιεράς εξέτασης. «Εμείς διορθώσαμε το έργο Σου», Του δηλώνει. «Έκανες τους ανθρώπους ελεύθερους, και ελευθερία σημαίνει να βγουν από την ομάδα, ν’ αποκτήσουν ατομικότητα και υπευθυνότητα, κι αυτά είναι πολύ βαριά για τους ώμους των πιο πολλών. Κι αυτό ήταν λάθος. Εμείς αποκαταστήσαμε την τάξη δίνοντας στους ανθρώπους κανόνες και τους ξαναβάλαμε μέσα στην ομάδα, όπου νιώθουν απόλυτα ασφαλείς. Κι αν κάποιος θέλει να ξεχωρίσει απ’ αυτήν θα το πληρώσει με τη ζωή του, θα θυσιάσουμε εμείς τη ζωή του για να κατορθώσουμε έτσι να σώσουμε την ψυχή του» [Το κείμενο του συγγραφέα καλύπτει πολλές σελίδες κι εμείς εδώ προσπαθούμε να δώσουμε σύντομη περίληψη από τα κυριότερα σημεία του]. Κι όταν ο Χριστός τον αντιμετωπίζει με αγάπη και τον φυλάει τρυφερά, αυτό ξεπερνά την αντοχή του γέροντα. Πηγαίνει στην πόρτα, την ανοίγει και Του λέει: «Πήγαινε, και μην ξανάρθεις ποτέ πια… μην έρθεις… Πότε, ποτέ!» (Σα να θέλει να του πει ακόμη: « Φύγε, γιατί μας βασανίζεις με την ελευθερία Σου!..»).

Κάπως έτσι έχουμε συμπεριφερθεί κι εμείς, εδώ στην Ευρώπη, απέναντι στο Χριστό, ιδιαίτερα στους τελευταίους καιρούς. Το κακό ξεκίνησε πριν από μερικά χρόνια από τους ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αρνήθηκαν να συμπεριλάβουν την ολοφάνερη επίδραση του χριστιανισμού στη διαμόρφωση της Ευρώπης, αντίθετα με όσα είχαν οραματισθεί και διακηρύξει οι ιδρυτές της Ένωσης, οι χριστιανοί ηγέτες Ρομπέρ Σουμάν της Γαλλίας και Κόνραντ ΄Αντενάουερ της Δυτικής Γερμανίας. Και το κακό συνεχίστηκε σε χώρες όπως η Βρετανία, όπου κάποτε, στις μεγάλες δόξες της, κατεύθυναν τις τύχες της χώρας μεγάλοι χριστιανοί σ’ όλους τους τομείς της ζωής: της πολιτικής, της οικονομίας, του πολιτισμού. Κι από ό,τι φαίνεται αυτή η κακώς εννοούμενη «πολιτική ορθότητα» («political correctness») αρχίζει και εισχωρεί και στη χώρα μας: «Όχι, μη δώσουμε χριστιανικό χαρακτήρα στις χριστιανικές γιορτές, ας απαλείψουμε τ’ όνομα του Χριστού μη κακοκαρδίσουμε και προσβάλουμε αυτούς που πιστεύουν διαφορετικά ή αυτούς που δεν πιστεύουν καθόλου». Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποιος άλλος μέσα στα δισεκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν πάνω στη γη ή που έχουν περάσει απ αυτήν, που θα του κάναμε την αδικία να τον αγνοήσουμε ή και ν’ απαλείψουμε τ’ όνομά του ακόμη και στις μέρες των γενεθλίων Του. Δυστυχώς, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε τάχα την ελευθερία και τη δημοκρατία και τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, οδηγούμαστε ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα: στην καταπάτηση της ελευθερίας, στη διαστρέβλωση της έννοιας της δημοκρατίας και στον περιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Και κάτι ακόμη: Σ’ ένα μήνα περίπου, κάπου στα μέσα Ιανουαρίου, η χορωδία μας συμπληρώνει εξήντα πέντε χρόνια ζωής. Κι ακόμη φέτος, τις μέρες αυτές, κλείνουμε ακριβώς σαράντα πέντε χρόνια από τότε που ξεκινήσαμε τις χριστουγεννιάτικες και τις πασχαλινές συναυλίες μας. Δεν ξέρω πόσα χρόνια ακόμη θα συνεχιστούν αυτές, τουλάχιστον μ’ αυτή τη μορφή. Αυτό το ξέρει μονάχα ο Θεός που μας στηρίζει και μας βοηθά σ’ όλο αυτό το διάστημα. Ένα όμως είναι σίγουρο: Πως όσο θα μας επιτρέπει ακόμη να συνεχίσουμε, η γραμμή μας κι η κατεύθυνσή μας θα παραμένει πάντα σταθερή, φανατικά σταθερή: στο Χριστό της αγάπης, της χάρης, της λύτρωσης, στο Χριστό που δεν ανέχτηκε το φαρισαϊσμό, την υποκρισία, την εθελοθρησκία. Και που την εμφάνισή Του στον κόσμο μας με ανθρώπινη μορφή γιορτάζουμε τις μέρες αυτές. Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν – με το Χριστό. Και καλή ακρόαση…

Στέφανος Κατσάρκας

*Εισήγηση στη χριστουγεννιάτικη συναυλία της χορωδίας 15/12/2013

20/02/2015

ΚΑΛΟΣ Ή ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ;

Ένας παππούλης κάποτε πουλούσε παιχνίδια σε μια λαϊκή αγορά. Οι πελάτες του ήξεραν πως η όρασή του ήταν αδύναμη, γι’ αυτό πλήρωναν αρκετές φορές με ψεύτικα νομίσματα. Ο παππούλης καταλάβαινε το κόλπο τους, αλλά δεν έλεγε τίποτα. Στις προσευχές του ζητούσε από τον Θεό να συγχωρήσει αυτούς που τον ξεγελούσαν. «Ίσως να έχουν λίγα χρήματα και να θέλουν να αγοράσουν δώρα στα παιδιά τους», μονολογούσε.
Ο καιρός πέρασε και ο άνθρωπος αυτός πέθανε. Μπροστά στην παρουσία του Κυρίου προσευχήθηκε για μια ακόμη φορά. «Κύριε!», είπε, «είμαι αμαρτωλός. Έκανα πολλά σφάλματα. Δεν είμαι καλύτερος από τα ψεύτικα νομίσματα που εισέπραξα. Συγχώρεσέ με…»
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια φωνή και του είπε: «Τι να συγχωρήσω; Πώς μπορώ να κρίνω κάποιον που δεν έκρινε ποτέ τους άλλους στη ζωή του;»

Μπορεί να νομίζεις ότι είσαι πολύ καλός και δεν χρειάζεσαι τη σωτηρία που προσφέρει ο Ιησούς Χριστός στο σταυρό του Γολγοθά. Από την άλλη μπορεί να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ αμαρτωλό, τόσο, που ο Ιησούς Χριστός δεν μπορεί να σε σώσει.
Κάποιος έλεγε πως «ο Θεός στους ουρανούς κρατάει μια κλωστή που Τον συνδέει με τον κάθε άνθρωπο. Όταν αμαρτάνουμε η κλωστή αυτή κόβεται και ο Θεός κάνει ένα κόμπο. Όσο περισσότερες αμαρτίες κάνουμε, τόσο περισσότερους κόμπους έχει η κλωστή και τόσο πιο κοντή γίνεται. Έτσι, ο άνθρωπος πλησιάζει όλο και περισσότερο στην ευσπλαχνία Του».
Η Αγία Γραφή, ο Λόγος του Θεού, μας λέει πως όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και χρειάζονται σωτηρία από τον Ιησού Χριστό. Θυμάσαι την Κιβωτό του Νώε από την Παλαιά Διαθήκη; Η μικρή μύγα είχε την ίδια ασφάλεια όπως κι ένας ελέφαντας. Δεν ήταν η δύναμη του ελέφαντα που τον έκανε ασφαλή, αλλά η Κιβωτός έσωσε και τον ελέφαντα και τη μύγα. Έτσι κι εσύ, φίλε μου, είτε νομίζεις πως είσαι καλός, είτε νομίζεις πως είσαι πολύ αμαρτωλός, μόνο το αίμα του Χριστού είναι κείνο που μπορεί να σε σώσει. Άραγε θα το θελήσεις;

Μ’ αγάπη,

Ανέστης Πεταλίδης

16/10/2014

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ;

Ποιος είναι ο αληθινός χριστιανός, ή, αλλιώτικα, ποια είναι η ολοκληρωμένη εικόνα ενός αληθινού χριστιανού; Να ένα ερώτημα όπου έχουν δοθεί κι εξακολουθούν να δίνονται του κόσμου οι απαντήσεις. «Όσοι δε εδέχθησαν Αυτόν (τον Χριστόν) εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γίνωσιν τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα Αυτού», μας λέει ο Λόγος του Θεού. Ναι, αλλά ποιοι είναι αυτοί που Τον «εδέχθησαν» στην πραγματικότητα; μπορούμε άραγε να είμαστε βέβαιοι για κάποιους ότι είναι πραγματικοί χριστιανοί; κι έχουμε το δικαίωμα για μια τέτοια έρευνα, για μια τέτοια ταξινόμηση;

«Ο Πέτρος είναι αληθινός χριστιανός, για το Θόδωρο έχω κάποιες αμφιβολίες, η Μαρία σίγουρα βρίσκεται απέξω…» Από πού βγάζουμε άραγε τέτοια σίγουρα συμπεράσματα; από το ποιος δηλώνει «αναγεννημένος» χριστιανός; Μάλλον αμφίβολο κριτήριο, αν αναλογιστούμε τα κατορθώματα κάποιων «αναγεννημένων», σε διάφορα μέρη του κόσμου, κι ίσως και στο δικό μας περιβάλλον. Ακόμη πιο αβέβαιο το κριτήριο, ότι κάποιος αποτελεί κοινωνό μέλος μιας ευαγγελικής εκκλησίας. Πρέπει κάποτε να το πάρουμε απόφαση ότι οι αληθινοί χριστιανοί είναι διάσπαρτοι σ’ όλες τις εκκλησίες ή και έξω απ’ αυτές, σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ίσως υπάρχουν σε αρκετά μεγάλο ποσοστό –μεγαλύτερο από αλλού- σε τόπους όπου η Βίβλος, Παλιά και Καινή Διαθήκη, αποτελεί την τακτική και σχεδόν αποκλειστική πνευματική τροφή, όπως συνήθως συμβαίνει στις ευαγγελικές μας εκκλησίες. Αρκετές όμως φορές έχουμε συναντήσει, και εγώ, και υποθέτω και εσείς, ανθρώπους που δεν ανήκουν μεν στην ευαγγελική εκκλησία, που όμως η προφορική τους μαρτυρία και η μαρτυρία της ζωής τους μας βεβαιώνουν πως πρόκειται για αληθινά παιδιά του Θεού. Ούτε λοιπόν το να δηλώνει απλά κανείς πως είναι «αναγεννημένος», ούτε το να είναι ενταγμένος σε κάποια ευαγγελική εκκλησία αποτελούν ικανή και αναγκαία συνθήκη για να είναι αληθινό παιδί του Θεού. Τότε λοιπόν ποιος είναι χριστιανός; αυτός που αγαπά τους συνανθρώπους του και θυσιάζεται γι’ αυτούς, όπως υποστηρίζουν μερικοί; Ο Άλμπερτ Σβάϊτσερ, διάσημος θεολόγος, μουσικός, μουσικολόγος, γιατρός και ιεραπόστολος, υπήρξε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, το πιο κλασικό παράδειγμα θα λέγαμε, για μια τέτοια περίπτωση. Ξεκίνησε από ιεροκήρυκας σε εκκλησία και καθηγητής σε θεολογική προτεσταντική σχολή, οργανίστας από τους πιο περίφημους, ειδικός μάλιστα στα έργα του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ, για τον οποίο έχει γράψει κι ένα περίφημο βιβλίο, καθώς και πολλές κριτικές αναλύσεις του έργου του. Στα 30 του παράτησε τα πάντα κι άρχισε να σπουδάζει ιατρική, και στα 38 του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Γκαμπόν της Αφρικής μαζί με τη σύζυγό του, νοσοκόμα στο επάγγελμα, όπου ίδρυσε νοσοκομείο με σκοπό τη δωρεάν ιατρική περίθαλψη και νοσηλεία των μαύρων ιθαγενών. Έζησε μέχρι τα ενενήντα του, δραστήριος πάντα στο σπουδαίο του έργο, τιμημένος με πολλά βραβεία –ανάμεσά τους και το Νόμπελ Ειρήνης , κι έχοντας σαν παράδειγμα και πρότυπο τη ζωή, την αυταπάρνηση και την ηθική διδασκαλία του Χριστού. «Το λάθος που κάνουμε οι περισσότεροι από μας», είπε κάποτε, «είναι να νομίζουμε πως με τόσες ευθύνες στο σπίτι και στη δουλειά, χωμένοι μέχρι το λαιμό συνέχεια στις υποχρεώσεις μας, δεν έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε καλό στον κόσμο. Ασχολήσου με μια δεύτερη δουλειά, ένα επάγγελμα που θα βοηθήσει τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει κανένα κόστος σ’ αυτό, υπάρχει μόνο το κέρδος που αποκομίζουμε όταν ενεργούμε μ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλά μέσα σ’ αυτήν τη δεύτερη δουλειά θα υπάρξουν θαυμάσιες ευκαιρίες – μια βαθιά δύναμη και ευλογία και για τους δυο, και γι’ αυτόν που θα δώσει και γι’ αυτόν που θα λάβει. Το πρώτο σου επάγγελμα σου δίνει τη δυνατότητα να κερδίσεις τα προς το ζην, το δεύτερο όμως σου χαρίζει μια ζωή.» Ένας μεγάλος ανθρωπιστής που με το «δεύτερο» αυτό επάγγελμά του ευεργέτησε χιλιάδες συνανθρώπους του και μας άφησε ένα υπέροχο παράδειγμα αυτοθυσίας, σ’ εμάς τους χριστιανούς που χαντακώσαμε οι περισσότεροι το τάλαντο που μας χάρισε ο Θεός βαθιά μέσα στη γη. Κι όμως αυτός ο μεγάλος άνθρωπος που θάλεγε κανείς πως υπήρξε υπόδειγμα και παράδειγμα χριστιανού, δεν δεχόταν τη θεϊκή υπόσταση του Χριστού, κατεβάζοντάς Τον στο επίπεδο του απλού ανθρώπου. Χωρίς αμφιβολία λοιπόν, παρά την αξιοθαύμαστη πορεία του, δεν εκπλήρωνε τις προδιαγραφές ενός πραγματικού χριστιανού. Ο Θεός μονάχα θα τον κρίνει, και φυσικά δεν είμαστε κατάλληλοι να τον κατακρίνουμε εμείς, που στις πιο πολλές περιπτώσεις δεν κουνάμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι για να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας, και που δεν αξιοποιούμε τα τάλαντα που μας χάρισε ο Θεός.

Θα μπορούσαμε να ξοδέψουμε πολλές σελίδες μιλώντας για ιδιότητες και γνωρίσματα χριστιανικά μεν, αλλά που από μόνα τους δε δίνουν ολοκληρωμένη την εικόνα ενός αληθινού χριστιανού. Ο Κύριος μας είπε, για να αναφέρουμε ένα ακόμα παράδειγμα, πως δε θα μπει στη βασιλεία των ουρανών αυτός που από το πρωί μέχρι το βράδυ επικαλείται τ’ όνομά Του –«Κύριε, Κύριε»- αλλά αυτός που εκτελεί το θέλημα του Θεού. Είναι της μόδας σήμερα -και σχεδόν πάντα στο παρελθόν ήταν στην πρώτη γραμμή, βρίσκεται φαίνεται μέσα στα γονίδια πολλών πιστών- ο εκστασιασμός με υψωμένα τα χέρια, με εξαϋλωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, με στάσεις και κινήσεις ύψιστης ευλάβειας, και σε άλλες, πιο βαριές περιπτώσεις, με χοροπηδητά και ποικίλες ακραίες εκδηλώσεις σε ώρες ομαδικής λατρείας σε διάφορες ομάδες και μέσα σε πολλές εκκλησίες. Δεν έχω τίποτε ενάντια σε τέτοιου είδους ξεχειλίσματα του περισσεύματος της καρδιάς, φτάνει να μην ξεπερνούν τα όρια της ευπρέπειας και της στοιχειώδους σοβαρότητας, και ν’ αποτελούν ειλικρινείς εκδηλώσεις πίστης κι όχι απλή μίμηση ξένων προτύπων. Αναρωτιέμαι όμως τι είδους χριστιανισμός είναι αυτός, όταν –όπου συμβαίνει αυτό, δε μιλώ για όλες τις περιπτώσεις- ο γνήσιος καρπός του Πνεύματος απουσιάζει σχεδόν τελείως. Όταν μικροψυχίες, κακίες, φθόνοι, χωρίζουν αδελφούς για μηδαμινές αιτίες, κι όταν ο εγωισμός πως εμείς τάχα είμαστε οι «πνευματικοί» και οι υπόλοιποι χριστιανοί είναι δεύτερης ποιότητας καταστρέφει και την παραμικρή ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Μήπως έχουμε ξεχάσει τι είναι ο πραγματικός, ο ολοκληρωμένος χριστιανισμός, και επειδή η εποχή μας είναι δύσκολη και πολύ μεγάλο το στρες της καθημερινής ζωής «ξεδίνουμε» με τέτοιου είδους διονυσιακές εκδηλώσεις;

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Ασφαλώς μέσα στον περιορισμένο μας χώρο δεν πρόκειται να περιγράψουμε με όλες τις λεπτομέρειες την εικόνα ενός ολοκληρωμένου χριστιανού. Άλλωστε χρόνια και χρόνια ακούμε από τους άμβωνές μας πολλά και πολύ σημαντικά πάνω σ’ αυτό το θέμα. Και φυσικά ξέρουμε όλοι πως ολοκληρωμένος χριστιανός είναι αυτός που έχοντας δεχτεί τη σωτηρία του Χριστού ζει καθημερινά σε επαφή με τον Κύριό του μέσα από την προσευχή και τη μελέτη του Λόγου του Θεού, παρουσιάζει μια αρμονία ανάμεσα στον εσωτερικό του κόσμο και στις εξωτερικές του εκδηλώσεις και κυρίως στην προσωπική του ηθική –αυτό που λέμε αλλιώς «καλή μαρτυρία»- κι ακόμη βρίσκεται σε αγαθή σχέση με τους αδελφούς του και τους υπόλοιπους συνανθρώπους του, βοηθώντας και συντρέχοντας όσο του είναι δυνατόν, και δείχνοντας καλή πίστη και αγάπη απέναντι σε όλους. Γι’ αυτήν την τελευταία, την αγάπη, έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες κι έχουν ακουστεί αμέτρητα λόγια κι αμέτρητες περιγραφές. Βρήκα όμως κάπου κάποιον ορισμό γι’ αυτήν που πολύ μου άρεσε, που μπορεί να μη δίνει ολοκληρωμένη την εικόνα της, ωστόσο όμως θα πρέπει πολύ να μας προβληματίσει. «Αγάπη», λέει ο Eric Segal, αμερικανός συγγραφέας, «σημαίνει ότι ποτέ δε θα χρειαστεί να ζητήσεις συγνώμη». Πόσο άραγε μας βαραίνουν διαφόρων ειδών τύψεις απέναντι σε αδελφούς, σε συζύγους, σε γονείς, σε παιδιά, σε γείτονες… Μακάρι να μη χρειαζόταν να ζητήσουμε συγνώμη από κανέναν. Αυτό θα ήταν το τέλειο. Όταν όμως πρέπει να το κάνουμε, τι περιμένουμε; δεν αναλογιζόμαστε άραγε πως δε θάχουμε αιωνίως τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο, και πως μπορεί κάποτε που θα το αποφασίσουμε νάναι πια πολύ αργά;

Είχα βρει πριν μερικά χρόνια σε κάποιο βιβλίο ένα πολύ ενδιαφέρον ποίημα και άκρως διδακτικό για όλους μας, γραμμένο από μια κοπέλα που θέλησε να μείνει στην ανωνυμία. Ήταν η εποχή που ο πόλεμος στο Βιετνάμ βρισκόταν ακόμη στο φόρτε του. Γράφει λοιπόν η ανώνυμη αυτή ποιήτρια:

«Θυμάσαι τη μέρα που δανείστηκα
το καινούργιο σου αυτοκίνητο και το τρακάρισα;
Νόμισα πως θα με σκότωνες, μα δεν το έκανες.
Και θυμάσαι τη φορά που επέμενα να πάμε στη θάλασσα
κι εσύ έλεγες ότι θα βρέξει, και έβρεξε;
Νόμιζα πως θα μου ’λεγες «Στο είχα πει». Μα δεν το έκανες.
Θυμάσαι τη φορά που φλερτάρισα με όλους τους άντρες
για να σε κάνω να ζηλέψεις, και συ ζήλεψες;
Νόμισα πως θα με παρατούσες, μα δεν το έκανες.
Θυμάσαι τη φορά που λέρωσα την ταπετσαρία
του αυτοκινήτου σου
με κρέμα φράουλα;
Νόμιζα πως θα με χτυπούσες, μα δεν το έκανες.
Και θυμάσαι τη φορά που ξέχασα να σου πω πως
ο χορός ήταν επίσημος και ήρθες με το μπλουτζίν;
Νόμιζα πως θα ’φευγες, αλλά δεν το έκανες.
Ναι, υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που δεν τα έκανες.
Αλλά με δέχτηκες και μ’ αγάπησες και με προστάτεψες.
Υπήρχαν χιλιάδες πράγματα που ήθελα να σου ανταποδώσω
όταν θα γύριζες από το Βιετνάμ.
Αλλά δε γύρισες».

Τι περιμένουμε λοιπόν; την επιστροφή από το Βιετνάμ, που ίσως δεν πρόκειται να έρθει ποτέ; Κι ακόμη: Πόσοι άραγε από μας συμπεριφέρονται στη σύντροφο ή στο σύντροφό τους όπως συμπεριφέρθηκε ο στρατιώτης του Βιετνάμ στο δικό του άνθρωπο; Ο καθένας ας δώσει την απάντηση στον εαυτό του –και στο Θεό.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Προσπαθήσαμε πιο πριν να δώσουμε με πολύ λίγες λέξεις την ολοκληρωμένη εικόνα του χριστιανού: στενή επαφή και τακτική επικοινωνία με το Θεό –και φυσικά και υπακοή στο θέλημά Του- καλή μαρτυρία στην προσωπική καθημερινή ζωή, αγαθές σχέσεις με τους αδελφούς και τους υπόλοιπους συνανθρώπους, και πνεύμα αγάπης και θυσίας, κάτι πολύ πιο υψηλό –και πιο δύσκολο- από την απλή καλή σχέση. Κι είναι σε όλα αυτά όπου καθημερινά δίνουμε εξετάσεις –όχι βέβαια απλά για να μας βλέπουν και να μας βαθμολογούν οι άλλοι γύρω μας. Ο καθένας «εις τον ίδιον αυτού Κύριον ίσταται ή πίπτει», κι αυτό είναι που μετρά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Κανείς από μας δεν είναι τέλειος. Ο καθένας μας παρουσιάζει ελλείψεις και αποτυχίες σε διαφόρους τομείς. «Εις πολλά πταίομεν άπαντες», -ένα εδάφιο ιδιαίτερα προσφιλές στον ευαγγελικό κόσμο. Κάποιος, για παράδειγμα, έχει να παλέψει μ’ έναν δύστροπο και δύσκολο χαρακτήρα, κι είναι συγκινητικός ο αγώνας που κάνουν αρκετοί χριστιανοί κουβαλώντας έναν τέτοιο σταυρό, γιατί αληθινά ένας δύσκολος χαρακτήρας που έχει τρυπώσει μέσα στα γονίδιά σου –για να ξαναπούμε και τη λέξη της μόδας- αποτελεί αληθινό σταυρό. Και κανένας απ’ όλους μας, που από τη φύση του δεν κρύβει μέσα του τέτοιες αντιθέσεις, δυσκολίες και στρεβλώσεις, δεν έχει το δικαίωμα να μέμφεται τον αδελφό του που –το βλέπει- αγωνίζεται να γίνει καλύτερος. Ή μήπως έχουμε την εντύπωση ότι του είναι ευχάριστο που τον αποφεύγουμε όταν δεν είναι «στις καλές του», για να μην υποστούμε την ξινή του παρατήρηση και τον πικρό του λόγο; Μόνο εκείνος που δεν προσπαθεί, δεν αγωνίζεται, δε ζητά χάρη από το Θεό, δε βελτιώθηκε ύστερα από χρόνια, είναι αξιόμεμπτος. Ποιος όμως μπορεί να ξέρει τον εσωτερικό αγώνα του αδελφού του σ’ όλες του τις φάσεις; Θυμάμαι τουλάχιστον δυο φορές που μου είχανε πει για δύο χριστιανούς ξεχωριστά: «Αν τον έβλεπες πώς ήταν προτού πιστέψει, τότε θα καταλάβαινες τη διαφορά»… Αυτό είναι το πραγματικό έργο του Αγίου Πνεύματος, κι αξίζει το θαυμασμό κι όχι την κατάκρισή μας. Όλοι μας έχουμε ξεκινήσει έναν αγώνα δρόμου. Σε κάποιον τομέα άλλος ξεκινάει πολύ πιο μπροστά, άλλος πολύ πιο πίσω. Ίσως αυτός που ξεκίνησε πίσω, που έχει καλύψει μια σημαντική διαφορά από τον μπροστινό, να έχει πολύ μεγαλύτερη αξία στα μάτια του Θεού απ’ όσο το βλέπουμε εμείς, που μπορεί να έχουμε να διανύσουμε πιο εύκολο δρόμο, έχοντας γεννηθεί σε χριστιανική οικογένεια ή και από ιδιοσυγκρασία. Σε άλλον οι σαρκικοί πειρασμοί είναι πιο έντονοι, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και βασανιστικοί, άλλοι είναι ψυχροί και σχεδόν αδιάφοροι, κι αυτό δε σημαίνει ότι είναι καλύτεροι χριστιανοί, κι ασφαλώς ο Κύριος εκτιμά πολύ περισσότερο εκείνον που αγωνίζεται. Προσωπικά, δεν αγαπώ καθόλου το αλκοόλ, σε αρκετές μάλιστα μορφές του το απεχθάνομαι, και φυσικά δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να μην κάνω κατάχρησή του. Μου δίνει άραγε το γεγονός αυτό το δικαίωμα να καυχιέμαι και να βλέπω τον αδελφό μου, που έχει διαφορετικές ροπές και διαφορετικές τάσεις από μένα και αγωνίζεται τον καλό αγώνα, σαν κατώτερο από μένα πνευματικά; «Εις πάντα εις τον οποίον εδόθη πολύ, πολύ θέλει ζητηθεί παρ’ αυτού˙ και εις όντινα ενεπιστεύθη πολύ, περισσότερον θέλουσιν απαιτήσει παρ’ αυτού». Ας θυμόμαστε πάντα την παραβολή των ταλάντων που είναι το κλειδί για όλα αυτά τα τόσο σημαντικά. Κι ας μην ξεχνάμε, πως τάλαντο δεν είναι μονάχα το ταλέντο ή το χάρισμα, παρά και οι δυσκολίες ή οι ευκολίες που σου δόθηκαν στο χαρακτήρα σου, ή οι επιδράσεις που έχεις από το περιβάλλον σου, ή και η καλή διδασκαλία που σε διευκολύνει και η κακή που σε εμποδίζει να δεις μερικά πράγματα. Κι είναι αυτός ο λόγος που δεν δικαιούμαστε να κρίνουμε κανέναν, γιατί τις πιο πολλές φορές θα πέσουμε έξω στην κρίση μας. Και για να πούμε και «του στραβού το δίκιο», κατηγορούσαμε πρόσφατα τους αμερικανούς χριστιανούς –και πολύ σωστά- γιατί υποστήριζαν τους «δίκαιους» τάχα πολέμους. Πόσοι όμως από μας αν βρίσκονταν στο ίδιο περιβάλλον και βομβαρδίζονταν καθημερινά με μια τέτοια διδασκαλία, θα είχαν το σθένος, την παλικαριά, κι αν θέλετε και την εξυπνάδα και την ορθή κρίση να σηκωθούν πάνω από το πλήθος και να πουν «όχι, δεν είναι έτσι όπως τα λέτε. Είναι αμαρτία να υποστηρίζουμε και ν’ ανεχόμαστε το φόνο ανθρώπων, γιατί αυτό μας έχει διδάξει ο Χριστός»; Και για πόσα άλλα που συμβαίνουν στο περιβάλλον μας δεν τολμούμε να μιλήσουμε γιατί έτσι τα ξέρουμε από μικροί, ή, όπως το λέει και η γνωστή λαϊκή ρήση, επειδή «έτσι τα βρήκαμε, και έτσι θα πάμε»;

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Απέραντο λοιπόν –και ίσως και δύσκολο από αρκετές πλευρές- το κεφάλαιο της ολοκληρωμένης εικόνας του αληθινού χριστιανού. Κι είπαμε αρκετά μέχρι τώρα, χωρίς φυσικά να εξαντλήσουμε το θέμα μας ούτε καν σε κάποιες του πλευρές. Δε θάθελα όμως να κλείσω, προτού αναφέρω τρεις ιδιότητες του χριστιανού, ή και των χριστιανικών ομάδων, που νομίζω πως -αν και βασικές- αρκετά σπάνια ακούγονται ανάμεσά μας.

Η πρώτη ιδιότητα, ή μάλλον η πρώτη αρετή απ’ αυτές, είναι η ανώτερη ποιότητα. Κάτι που είναι δύσκολο να ορισθεί με ακρίβεια, γιατί δεν υπάρχουν πάντα ξεκάθαρα όρια γι’ αυτήν, που πολύ συχνά όμως διακρίνεται με την πρώτη ματιά. Πώς μπορούμε άραγε να δώσουμε τον ορισμό της ποιότητας; Ίσως το καλύτερο είναι να την προσδιορίσουμε με αρνητικό τρόπο. Να πούμε δηλαδή ότι ποιότητα είναι η απουσία της φτήνιας και της ευτέλειας. Ζούμε σ’ ένα περιβάλλον όπου φαινόμενα φτήνιας και ευτέλειας αποτελούν τον κανόνα σε όλους τους τομείς. Κι αυτό επηρεάζει τους περισσότερους από μας. Κι έχει διαμορφώσει τη νοοτροπία μας και τα γούστα μας, κι έχει εισχωρήσει ακόμη και μέσα στις εκκλησίες μας. Δυστυχώς η αβάσταχτη ελαφρότητα της ιδιωτικής τηλεόρασης κοντεύει να διαβρώσει τα πάντα, ακόμα και στο δικό μας περιβάλλον. Με αποτέλεσμα να μη θέλουμε ν’ ακούσουμε κάτι που απαιτεί κάποια διανοητική προσπάθεια, να διαβάσουμε κάτι που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα και τετριμμένα, να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση για σοβαρά θέματα του καιρού μας. Κι αυτό φαίνεται ακόμη και στα θέματα που συζητιούνται και στο γενικότερο στυλ των νεανικών μας συνεδρίων. Χρόνια και χρόνια –ό,τι χειρότερο- συνδέουμε τη χαμηλή ποιότητα και τη φτήνια με την πνευματικότητα, μια έννοια του Λόγου του Θεού πολύ υψηλή –η πνευματικότητα- που όμως έχει υποστεί φοβερή κακοποίηση και κατάχρηση. Ας μάθουμε να μη φοβόμαστε την ποιότητα και το υψηλό επίπεδο σ’ όλους τους τομείς της ζωής μας. Σε ό,τι ακούμε, σε ό,τι βλέπουμε, σε ό,τι συζητούμε, σε ό,τι επιδιώκουμε. Ας μην παρασυρόμαστε από το πνεύμα του κόσμου –κι εδώ ακριβώς ταιριάζει να μιλήσουμε για το «πνεύμα του κόσμου», μια ακόμη σημαντική έννοια που έχει κακοποιηθεί όσο και η έννοια της πνευματικότητας.

Η δεύτερη ιδιότητα που πρέπει να μας χαρακτηρίζει σαν χριστιανούς, και που συνδέεται άμεσα με την ποιότητα, είναι η σεμνότητα και η αίσθηση του μέτρου. Κι όταν λέμε σεμνότητα δεν εννοούμε απλά ορισμένα εξωτερικά στοιχεία. Δεν είναι κατ’ ανάγκην στοιχεία σεμνότητας ή μη σεμνότητας ούτε τα σκουλαρίκια, ούτε τα παντελόνια, ούτε τα βαψίματα. Όταν ο εσωτερικός σου κόσμος χαρακτηρίζεται από ποιότητα –κι αυτό συμβαίνει στους αληθινούς χριστιανούς, όπως είδαμε και πιο πριν- η ποιότητα αυτή γίνεται φανερή σ’ όλες τις εκδηλώσεις σου, και στην εξωτερική σου εμφάνιση, και στην έλλειψη φτηνής επίδειξης, και στην αίσθηση του μέτρου, και σε πολλά άλλα. Όταν ένα μεγάλο ποσοστό από τους ανθρώπους του πλανήτη μας δεν έχει ούτε τα στοιχειώδη για να ζήσει, το κυνήγι της υπερβολικής πολυτέλειας, η αλαζονεία του βίου, η αποκλειστική επιδίωξη της καλοπέρασης αποτελούν καρκινώματα που δε θάπρεπε να ονομάζονται καν σε χριστιανικές ομάδες. Είναι ανεπίτρεπτο για ένα χριστιανό να προσπαθεί να θεραπεύσει τα διάφορα συμπλέγματα που τον βασανίζουν με κακόγουστη επίδειξη πολυτέλειας, και δυστυχώς τέτοια φαινόμενα δεν είναι καθόλου ασυνήθιστα σ’ όλες τις εποχές και σ’ όλους τους τόπους. Διάβαζα τις προάλλες για κάποιον τηλευαγγελιστή από τους πιο γνωστούς, για το πανάκριβο ρολόι του τύπου ρόλεξ και τ’ ακριβά του δαχτυλίδια, για την πολυτελή του διαβίωση και το πανάκριβο σπίτι του, για τις πολυτελέστατες σουίτες όπου διαμένει στις …ευαγγελιστικές του περιοδείες. Και θυμήθηκα το μεγάλο Μπίλυ Γκράχαμ που υπήρξε σ’ ολόκληρη τη ζωή του υπόδειγμα σεμνότητας και λιτότητας, που ενώ είχε τη δυνατότητα να διαχειρίζεται ανεξέλεγκτα τεράστια χρηματικά ποσά, είχε αναθέσει το οικονομικό μέρος της οργάνωσής του σε μια επιτροπή, κι ο ίδιος αρκέστηκε σ’ όλη τη διάρκεια των πενήντα τόσων χρόνων της ευαγγελιστικής του δραστηριότητας στο μισθό του ποιμένα μιας μέσης τοπικής εκκλησίας. Τι αξίζουν τα μεγάλα λόγια, τα θαύματα κι οι θεραπείες, οι επικλήσεις στο Άγιο Πνεύμα σα να πρόκειται για καθημερινό φίλο και συνεταίρο μας, οι γλωσσολαλιές και άλλες υπερ-θεαματικές εκδηλώσεις όταν το παράδειγμα του Χριστού δεν εγγίζει ούτε καν αυτήν την πλευρά της ζωής, όταν σε κάτι όχι και τόσο δύσκολο απομακρυνόμαστε από εκείνα που μας έδειξε και μας δίδαξε ο Χριστός; πού να μιλήσουμε τότε για τα πιο δύσκολα, για σκέψεις, για προθέσεις, για εσωτερικό κόσμο, για άμεμπτη διαγωγή, για ταπεινοφροσύνη…

Η τρίτη και τελευταία από τις ιδιότητες, είναι η άνεση στο χαρακτήρα και στη νοοτροπία. Κι αυτό περιλαμβάνει και τη συγχωρητικότητα, και τη μεγαλοψυχία, και την πλατιά καρδιά και το ευρύ πνεύμα. Δεν είναι δυνατόν να ήρθε ο Χριστός στη γη, να υπέφερε όσα υπέφερε για να διαμορφώσει ανθρώπους με τη στενόμυαλη και μίζερη νοοτροπία ενός γραφειοκράτη, ανθρώπους εκδικητικούς, μικρόψυχους, συμπλεγματικούς. Έλεγε κάποτε κάποιος, μέλος κάποιας εκκλησίας: «εγώ ξέρεις κρατώ μια μικρή πλάστιγγα σαν εκείνες του φαρμακείου. Και μετρώ και ζυγίζω και θυμάμαι το κακό που μου έχουν κάνει»… Δεν είναι μόνο ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είχε διαβάσει σωστά τη διδασκαλία του Χριστού. Είναι κι ότι έχοντας τέτοια νοοτροπία δεν ένιωθε την ανάγκη να την αλλάξει μπαίνοντας μέσα στην εκκλησία, για τον απλό λόγο ότι συνάντησε αρκετούς που του μοιάζανε, και δεν ένιωσε σαν ξένο σώμα και παράταιρος με τους υπόλοιπους. Κι ακόμη ίσως αντίκρισε κάποιον άμβωνα που εξακόντιζε πυρά ενάντια στο «πνεύμα του κόσμου», περιορίζοντάς το μονάχα στα γνωστά εξωτερικά γνωρίσματα κι αφήνοντας όλο τον εσωτερικό κόσμο απείραχτο με τις μικρότητές του, τις εκδικητικές διαθέσεις, με τα αισθήματα του φθόνου και τις κάθε μορφής κακίες. Το κεφάλαιο όμως της άνεσης στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά του χριστιανού είναι τεράστιο, και φυσικά δεν εξαντλείται με λίγες λέξεις και μέσα σε λίγες γραμμές, κι αξίζει να μας απασχολήσει μια άλλη φορά.

Τι συμπεράσματα λοιπόν μπορούμε να βγάλουμε απ’ όλα όσα είπαμε; πως αληθινοί χριστιανοί, με τη σωστή σημασία της λέξης, δεν υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο; όπως έλεγε κι ο Μπέρναρ Σω, ο γνωστός ιρλανδός συγγραφέας με το καυστικό του χιούμορ: «ο χριστιανισμός μπορεί να είναι καλό πράγμα αν κάποτε κάποιος το δοκίμαζε»… Θα πρέπει λοιπόν ν’ απελπιστούμε και να εγκαταλείψουμε τον αγώνα; εντελώς το αντίθετο! Η χριστιανική ζωή είναι η πιο ευγενική κι η πιο συναρπαστική πρόκληση για να αγωνιζόμαστε. Ο καθένας μας έχει τις αδύνατες πλευρές του. Σ’ άλλα παίρνουμε άριστα, σ’ άλλα είμαστε απλώς ανεκτοί, σ’ άλλα παίρνουμε τη βάση και σ’ άλλα είμαστε κάτω από τη βάση. Άλλοι είμαστε πολύ ορθολογιστές και υστερούμε στον τομέα της πίστης, και πολύ μας ταιριάζει η παράκληση των μαθητών στον Ιησού: «Κύριε, αύξησον εις ημάς την πίστην»… Άλλοι δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στην προσωπική ηθική –και καλά κάνουμε- ξεχνάμε όμως πως ο Θεός δεν είναι μονάχα ηθική και δικαιοσύνη, αλλά και αγάπη, και πως η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα. Κι είναι πολύ σωστή η παρατήρηση κάποιου σοφού πως «ο θρησκόληπτος ηθικολόγος βρίσκεται το ίδιο μακριά από το μήνυμα του Χριστού, όσο κι ο άνθρωπος χωρίς ηθικές αρχές». Αν ανήκουμε σ’ αυτήν την κατηγορία, ας ζητούμε από τον Κύριο δίπλα στην ακεραιότητα και την άμεμπτη ηθική ζωή να μας δίνει και καρδιά και «σπλάχνα οικτιρμών». Άλλοι ακόμη υστερούμε στην προσωπική μας μαρτυρία για το Χριστό, και ξεχνάμε πως ο Θεός μάς φέρνει στο δρόμο μας ανθρώπους για να μαρτυρήσουμε γι’ Αυτόν. Κάποτε, στα παλιά χρόνια, η μικρή αίθουσα της εκκλησίας μας γέμιζε από φίλους και γείτονες που έρχονταν ν’ ακούσουν το μήνυμα του άμβωνα, συντροφιά με τους πιστούς της εκκλησίας. Κι ήταν εκείνη η αίθουσα ταπεινή, άβολη, ντρεπόσουνα με τ’ ανθρώπινα μέτρα να οδηγήσεις κάποιον εκεί μέσα. Σήμερα έχουμε όλες τις ανέσεις, όμορφες εκκλησίες, ωραία μουσική, άνεση… Μήπως ομορφύναμε εξωτερικά και παγώσαμε εσωτερικά; Μακάρι να μας προβληματίσουν όλα αυτά, και πολλά άλλα παρόμοια..

Αγωνιζόμαστε λοιπόν ο καθένας το δικό του δύσκολο αγώνα με τη βοήθεια του Θεού, με την έμπνευση και καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Κανένας μας δεν είναι τέλειος, και τέλειο είναι μονάχα το πρότυπό μας, ο Ιησούς Χριστός που χρωστούμε να του μοιάσουμε σε όλα, όπως το τονίζει ο Λόγος του Θεού. Ωστόσο μέσα στις ατέλειές μας, μέσα στις ελλείψεις μας, μέσα στις αποτυχίες μας, υπάρχει κάτι ανεκτίμητο. Είναι η χάρη του Θεού που σκεπάζει τις ατέλειες και τις αποτυχίες μας, όταν μας βλέπει ν’ αγωνιζόμαστε και νάχουμε την καλή θέληση και την καλή διάθεση. Θυμάστε την παραβολή του ασώτου. Μόλις είχε φανεί στη γωνιά του δρόμου ο άσωτος γιος βρώμικος, ελεεινός, μα ταπεινός και μετανιωμένος, κι έτρεξε ο πατέρας και τον αγκάλιασε. ΄Ένα βήμα κάνουμε εμείς προς το Θεό, άπειρα βήματα κάνει Εκείνος προς εμάς. Αυτή ακριβώς είναι η χάρη το Θεού. Χωρίς μικροψυχίες, χωρίς «μια σου και μια μου», χωρίς μικροϋπολογισμούς και πλάστιγγες φαρμακείου… Χριστιανός τέλειος με ολοκληρωμένη την εικόνα δεν υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι αλίμονο σ’ όλους μας αν δεν υπήρχε η θεϊκή χάρη, που λογαριάζει αλλιώτικα, που μας κάνει και μπορούμε να στεκόμαστε μπροστά στο Θεό, που μας δίνει αξία και αξιοπρέπεια, που μας βλέπει ολοκληρωμένα εμάς τους μισούς και λειψούς και σε πολλά αποτυχημένους. Όλη η δόξα σ’ Αυτόν και γι’ Αυτόν…

Στέφανος Κατσάρκας

28/09/2014